ΕΚΤ: Εκτόξευση του πληθωρισμού όπως στην πανδημία φοβούνται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις

Υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη βλέπουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσερις – Τι έδειξε η έρευνα της ΕΚΤ.

Φόβοι των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων για τον κίνδυνο μιας νέας πληθωριστικής έξαρσης στην ευρωζώνη, παρόμοιας με εκείνη που συνέβη μετά την πανδημία, σε έναν παρατεταμένο πόλεμο στο Ιράν που θα διαταράξει την αλυσίδα εφοδιασμού με καύσιμα, αποτυπώνονται στην έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις μεγάλες επιχειρήσεις που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα.

Με φόντο την πρόσφατη απόφαση της ΕΚΤ να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, στέλνοντας ταυτόχρονα σήμα ότι ενδέχεται να αρχίσει να αυξάνει το κόστος δανεισμού τον Ιούνιο, η τριμηνιαία έρευνα της ΕΚΤ μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων έδειξε ότι οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους κλάδους των αερομεταφορών, της εφοδιαστικής, των χημικών, των πλαστικών και των συσκευασιών έχουν ήδη προχωρήσει σε αυξήσεις τιμών, συχνά, μάλιστα, σε διψήφια ποσοστά, ή έχουν αναγγείλει ανατιμήσεις, αντανακλώντας την απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου από την έναρξη της σύγκρουσης.

Οι διαφορές σε σύγκριση με το 2022

Ωστόσο, η ευρύτερη μετακύλιση των ανατιμήσεων σε άλλα είδη, τα οποία είναι πιο σημαντικά για τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, είναι πιθανό να είναι πιο σταδιακή από ό,τι τον Φεβρουάριο του 2022 όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, επειδή οι μεγάλες εταιρείες έχουν προστατευθεί από τις διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας.

«Αυτή η αντιστάθμιση κινδύνου θα πρέπει να περιορίσει κάπως τον αντίκτυπο βραχυπρόθεσμα, καθώς η μετακύλιση των υψηλότερων τιμών ενέργειας για αυτές τις εταιρείες ήταν λιγότερο άμεση, προερχόμενη κυρίως ή αποκλειστικά από μικρότερους, μη αντισταθμισμένους προμηθευτές που επιδιώκουν υψηλότερες τιμές εισροών», αναφέρουν οι συντάκτες της έρευνας της ΕΚΤ.

Ωστόσο, εάν ο πόλεμος και οι επακόλουθες διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ δεν επιλυθούν σύντομα, οι επιχειρήσεις διαβλέπουν τον κίνδυνο μιας νέας έξαρσης του πληθωρισμού, παρόμοιας με εκείνη που παρατηρήθηκε το 2022-23, ανέφερε η ΕΚΤ.

«Μια σύγκρουση που θα διαρκέσει μήνες και όχι εβδομάδες -με την κρίσιμη θαλάσσια δίοδο να παραμένει αποκλεισμένη και με περαιτέρω επιθέσεις σε υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου- θα οδηγήσει σε παγκόσμια έλλειψη όχι μόνο καυσίμων αλλά και πολλών προϊόντων που απαιτούν παράγωγα πετρελαίου για την κατασκευή τους», ανέφερε η ΕΚΤ, επισημαίνοντας το υδρογόνο και το ήλιο.

Ως παράγοντες που μετριάζουν την κρίση στην παρούσα συγκυρία σε σχέση με την περίοδο μετά την πανδημία, η ΕΚΤ ανέφερε την αδύναμη παγκόσμια ζήτηση, ειδικά από την Κίνα, την απουσία της αναμενόμενης άνθησης στον τομέα των υπηρεσιών και το χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής τόνωσης από τις δημοσιονομικές δαπάνες.

Οι προσδοκίες των επιχειρήσεων

Οι προσδοκίες των ερωτηθέντων για τον γενικό πληθωρισμό, όπως μετράται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕΔΤΚ), ήταν 2,7% για το 2026, 2,1% για το 2027 και 2,0% για το 2028.

Οι προσδοκίες για το 2026 και το 2027 αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω σε σύγκριση με τον προηγούμενο γύρο (που διεξήχθη το πρώτο τρίμηνο του 2026). Οι προσδοκίες για το 2028 παρέμειναν αμετάβλητες σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα.

Οι προσδοκίες για τον δομικό πληθωρισμό, ο οποίος εξαιρεί την ενέργεια και τα τρόφιμα, ήταν 2,2% για το 2026 και το 2027 και 2,1% για το 2028, αναθεωρημένες επίσης προς τα πάνω βραχυπρόθεσμα σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα. Οι προσδοκίες για το μακροπρόθεσμο μέλλον (2030) παρέμειναν αμετάβλητες στο 2,0% τόσο για τον συνολικό όσο και για τον δομικό πληθωρισμό.

Οι ερωτηθέντες δήλωσαν πως αναμένουν αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 1,0% το 2026, 1,3% το 2027 και 1,3% το 2028. Σε σύγκριση με την προηγούμενη έρευνα, οι προσδοκίες αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες για το 2026 και κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες για το 2027, αλλά παρέμειναν αμετάβλητες για το 2028.

Οι προς τα κάτω αναθεωρήσεις οφείλονταν κυρίως στην αναμενόμενη αρνητική επίδραση των υψηλότερων τιμών ενέργειας που σχετίζονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, σημειώνουν οι συντάκτες της έρευνας.

Οι προσδοκίες για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη του ΑΕΠ παρέμειναν αμετάβλητες στο 1,3%.

Οι προσδοκίες για το ποσοστό ανεργίας παρέμειναν αμετάβλητες. Οι ερωτηθέντες ανέμεναν ότι το ποσοστό ανεργίας θα διαμορφωθεί στο 6,3% για το 2026, στο 6,2% για το 2027 και στο 6,1% για το 2028 και μακροπρόθεσμα (2030).

Πηγή: In.gr