Καθώς οι ΗΠΑ ετοιμάζονται να γιορτάσουν τα 250 χρόνια από την ίδρυσή τους, τα μουσεία δοκιμάζονται. Πτώση επισκεψιμότητας, ακυρωμένες επιχορηγήσεις και πολιτικές πιέσεις μετατρέπουν την Ιστορία σε πεδίο σύγκρουσης.
Καθώς από την Times Square μέχρι το Μνημείο της Ουάσινγκτον οι ΗΠΑ υποδέχονταν το 2026 με εορτασμούς μεγαλύτερης έντασης από κάθε άλλη χρονιά, λόγω της επετείου των 250 χρόνων από την ίδρυση του αμερικανικού κράτους, στο παρασκήνιο διαμορφώνεται μια λιγότερο θριαμβευτική εικόνα.
Σύμφωνα με τον Guardian, την ώρα που η χώρα κοιτάζει προς το παρελθόν της, τα ίδια τα ιδρύματα που το διαφυλάσσουν βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα αβέβαιο μέλλον.
Πτώση επισκεψιμότητας, εύθραυστοι προϋπολογισμοί, πολιτικοί φόβοι
Η επισκεψιμότητα στα μουσεία μειώνεται, οι προϋπολογισμοί πιέζονται και οι περικοπές στην ομοσπονδιακή χρηματοδότηση αφήνουν έντονα ίχνη. Την ίδια στιγμή, οι πολιτισμικοί πόλεμοι του Τραμπ καλλιεργούν φόβο, εκφοβισμό και αυτολογοκρισία σε διευθυντές και δωρητές, σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων του χώρου.
Το καμπανάκι κινδύνου χτύπησε στα τέλη του 2025, όταν έρευνα της American Alliance of Museums (AAM) κατέγραψε μια εικόνα πολύ πιο ανησυχητική από την αναμενόμενη.
Όπως εξηγεί η Νατάνια Κασάν, αναπληρώτρια αντιπρόεδρος μάρκετινγκ και ψηφιακής εμπειρίας της AAM, στον Guardian «η ανάκαμψη από την πανδημία δεν έχει απλώς κολλήσει – σε αρκετές περιπτώσεις αντιστρέφεται»..
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 511 διευθυντές μουσείων το καλοκαίρι του 2025.
Τα νούμερα πίσω από την κρίση
Μόλις το 45% των μουσείων δηλώνει ότι έχει επιστρέψει –ή ξεπεράσει– τα επίπεδα επισκεψιμότητας του 2019, έναντι 51% το 2024. Την ίδια στιγμή, το ποσοστό των ιδρυμάτων που κατέγραψαν καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα το 2024 σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο περιορίστηκε στο 52%, από 57% έναν χρόνο νωρίτερα. Και όλα δείχνουν πως το 2025 ήταν ακόμη πιο δύσκολο.
Η «επίδραση Τραμπ» σε αριθμούς
Η κυβερνητική πολιτική αποτυπώνεται καθαρά στα δεδομένα:
το 34% των μουσείων έχασε κρατικές επιχορηγήσεις ή συμβάσεις
το 29% είδε μείωση επισκεπτών λόγω οικονομικής αβεβαιότητας ή αλλαγών στον τουρισμό
το 18% αντιμετώπισε αλλαγές στο εύρος των κρατικών συμβάσεων
το 13% υπόκειται πλέον σε νομικούς περιορισμούς σε δράσεις διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης (DEI)
Μόλις το 31% δήλωσε ότι δεν επηρεάστηκε καθόλου.
Ακυρωμένες επιχορηγήσεις, ακυρωμένα προγράμματα
Κατά μέσο όρο, τα μουσεία έχασαν περίπου 30.000 δολάρια από ακυρωμένες επιχορηγήσεις, κυρίως από το Institute of Museum and Library Services, το National Endowment for the Humanities και το National Endowment for the Arts.
Οι συνέπειες είναι άμεσες:
το 35% των μουσείων ανέβαλε έργα υποδομών,
το 28% περιόρισε δημόσια προγράμματα,
ενώ σχεδόν το ένα τέταρτο έκοψε δράσεις για μαθητές, αγροτικές κοινότητες, άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένους και βετεράνους.
«Τα έργα κόπηκαν στη μέση»
«Οι περισσότερες ακυρώσεις έγιναν ενώ τα έργα βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη», τονίζει η Κασάν. «Και τα χρήματα αυτά δεν αντικαταστάθηκαν. Αυτό έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις – όχι μόνο για τα μουσεία, αλλά και για αρχιτέκτονες, σχεδιαστές και τοπικές επιχειρήσεις», σημειώνει.
Το 67% των μουσείων δηλώνει ότι δεν κατάφερε να αναπληρώσει τη χαμένη χρηματοδότηση από ιδιωτικούς πόρους.
Η περίπτωση του BAMPFA και των αφροαμερικανικών παπλωμάτων
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Berkeley Art Museum and Pacific Film Archive (BAMPFA), το οποίο διαχειρίζεται τη μεγαλύτερη συλλογή αφροαμερικανικών παπλωμάτων στις ΗΠΑ. Την άνοιξη του 2025 πληροφορήθηκε ότι δύο ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις, συνολικού ύψους 260.000 δολαρίων, ακυρώθηκαν.
«Ήταν σοκαριστικό», λέει η διευθύντρια του μουσείου, Τζούλι Ροντρίγκες Γουίντχολμ. «Μας ειπώθηκε ότι το έργο δεν ευθυγραμμίζεται πλέον με τις ‘αμερικανικές προτεραιότητες’. Υπήρχε μεγάλη σύγχυση, ακόμη και για το αν αυτό ήταν νομικά βάσιμο».
Η υπόθεση πήρε δημοσιότητα και λειτούργησε ως καταλύτης για να καλυφθεί το κενό από ιδιώτες δωρητές. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Γουίντχολμ, «η γενική εικόνα παραμένει δύσκολη. Η φιλανθρωπία στις ΗΠΑ περνά περίοδο αβεβαιότητας και η ομοσπονδιακή στήριξη στις τέχνες συρρικνώνεται».
Σύμφωνα με τον Guardian, ενόψει της 250ής επετείου της αμερικανικής ανεξαρτησίας, η σύγκρουση γύρω από την εθνική αφήγηση οξύνεται. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ασκήσει πιέσεις στο Smithsonian και σε άλλους πολιτιστικούς οργανισμούς να υιοθετήσουν μια πιο εθνικιστική, «αντι-woke» εκδοχή της ιστορίας.
Οι παρεμβάσεις αυτές οδήγησαν ακόμη και στην παραίτηση της διευθύντριας της Εθνικής Πινακοθήκης Πορτρέτων, Κιμ Σαζέ, ενώ επιμελητές μιλούν ανοιχτά για αυτολογοκρισία.
Ο φόβος της «αποστείρωσης» των μουσείων
Ο Στίβεν Ράιλι, πρώην διευθυντής του Speed Art Museum στο Κεντάκι, προειδοποιεί: «Υπάρχει μια διάχυτη αποφυγή της αντιπαράθεσης. Αν τα μουσεία γίνουν άνευρα και αποστειρωμένα, θα χάσουν και τη σχέση τους με το κοινό».
Το Greenwood Rising στην Τάλσα, αφιερωμένο στη Σφαγή του 1921 και την ιστορία της Black Wall Street, δεν λαμβάνει ομοσπονδιακή χρηματοδότηση. Παρ’ όλα αυτά, ο διευθυντής του Ρέιμοντ Ντόσγουελ παρατηρεί αυξανόμενη επιφυλακτικότητα από εταιρικούς δωρητές, ιδιαίτερα απέναντι στη γλώσσα της διαφορετικότητας.
Παρά τις δυσκολίες, ο Ντόσγουελ παραμένει αισιόδοξος: «Υπάρχουν ιστορίες που δεν γίνεται να αποφύγουμε, όσο άβολες κι αν είναι. Αυτό που έρχεται είναι μια μάχη ανάμεσα στην αλήθεια και την προπαγάνδα»
«Αυτό δεν το έχουν ξαναζήσει τα μουσεία»
Η ιστορικός των μουσείων Μάρτζορι Σβάρτζερ θυμίζει ότι ο κλάδος έχει επιβιώσει ακόμη και από τη Μεγάλη Ύφεση. «Όμως αυτό είναι διαφορετικό», λέει, σύμφωνα με τον Guardian. «Τα μουσεία δεν είναι συνηθισμένα να λειτουργούν υπό την πίεση ενός και μόνο προσώπου στην προεδρία. Πρόκειται για ωμό εκφοβισμό – και αυτό διαχέεται σε όλο τον χώρο».
Κίνδυνος απώλειας του διεθνούς ρόλου των ΗΠΑ
Καθώς άλλες χώρες επενδύουν σε καινοτόμες πολιτιστικές πολιτικές, η Σβάρτζερ προειδοποιεί ότι οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να χάσουν τον ηγετικό τους ρόλο στον διεθνή μουσειακό χάρτη.
«Όπως συμβαίνει ήδη με τα πανεπιστήμια και τη δημοσιογραφία, έτσι και εδώ, ένα ιστορικό πλεονέκτημα μπορεί να χαθεί».
Πηγη: in.gr

