Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2026, 13:58

ΣΙΝΕΜΑ: Άμνετ

Σε περίπτωση που ο θεατής του Άμνετ δεν έχει διαβάσει το μυθιστόρημα της Μάγκι Ο’Φάρελ, δεν έχει ακούσει τίποτε για την κινηματογραφική του μεταφορά ή δεν έχει δει το σχετικό τρέιλερ, θα πρέπει να διανύσει παραπάνω από το μισό της ταινίας για να καταλάβει ότι ο Γουίλ, ένας νέος άνδρας χωρίς αξιοπρόσεχτη προσωπικότητα και σίγουρα άνευ πόζας και φινέτσας, σύζυγος της Άνιες και πατέρας των τριών παιδιών τους, δάσκαλος Λατινικών στο Στράτφορντ και γιος ενός γαντοποιού που τον χτυπούσε ακόμη και ως ενήλικα, είναι στην πραγματικότητα ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, η αυτού μεγαλειότης του βρετανικού θεάτρου, ο γνωστότερος συγγραφέας στον πλανήτη. Στο δάσος της κωμόπολης κρύβεται μια γυναίκα-ξωτικό: θα μπορούσε να ζει στη βαθιά σπηλιά που είναι το καταφύγιό της, ή μέσα σε ένα από τα πολλά πυκνόφυλλα δέντρα, μαζεύει βότανα, κάνει βόλτες με το γεράκι της, και σχεδόν τον περιφρονεί, αλλά εκείνος επιμένει, τη νιώθει, την κερδίζει διηγούμενος τον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, και χωρίς χρονοτριβές γίνονται αχώριστοι – είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον.

Οι γονείς του Γουίλ, και ειδικά ο πατέρας, προβάλλουν έντονες αντιρρήσεις, πιστεύοντας τις κακές γλώσσες, πως δηλαδή η μέλλουσα νύφη τους είναι κόρη μάγισσας, αλλόκοσμη, άρα και επικίνδυνη. Η Άνιες δεν ανησυχεί για τα εγκόσμια, αγωνιά ωστόσο για ένα εφιαλτικό προαίσθημα που πάντα είχε: πέρα από τη λογική, είναι πεπεισμένη πως στο νεκροκρέβατό της θα της παραστέκονται τα δύο παιδιά της. Όταν, μετά τη Σουζάνα, φέρνει στον κόσμο δίδυμα, τον Χάμνετ και την Τζούντιθ, η δυσοίωνη σκιά μοιάζει να επιβεβαιώνεται. Τα χρόνια περνούν και σε μια απίθανη σκηνή, η Τζούντιθ αρρωσταίνει βαριά και ο αδελφός της, που δεν αντέχει να χάσει την αδελφή του, παίρνει τη θέση της, μεταφυσικά και σπαρακτικά, και πεθαίνει. Ο δυσβάστακτος πόνος εκφράζεται απαρηγόρητα και ωμά από τους γονείς: κι ενώ η Άνιες γίνεται μια πέτρα που στάζει τύψεις και πίκρα, ο θλιμμένος Γουίλιαμ ξεκινά το μεγάλο του ταξίδι στη λογοτεχνική αιωνιότητα που η γυναίκα της ζωής του από την αρχή προέβλεψε, διοχετεύοντας το πένθος του στον Άμλετ.

Αυτό που ενδιαφέρει την Κλόι Ζάο, και το πετυχαίνει περίφημα, είναι η επίθεση στις αισθήσεις: ήχοι απότομοι ή καθησυχαστικοί, το παγανιστικό love story της αρχής που δίνει τη θέση του σε μια ζορισμένη επαρχιακή καθημερινότητα και καταλήγει στα ταπεινά αποκαλυπτήρια ενός έργου ζωής, τρυφερά αγγίγματα και βλέμματα που σημαίνουν τα πάντα αντικαθιστούν τους πεζούς διαλόγους και τις συνηθισμένες ατάκες που ταιριάζουν σε μια εποχή αυστηρών ηθών και επιβεβλημένης ευγένειας. Θα περίμενε κανείς πως οποιοδήποτε πορτρέτο του Σαίξπηρ θα συνοδευόταν από χειμαρρώδη λόγο και μια επίφαση καθωσπρεπισμού αντάξια της μεγαλοπρέπειας του βάρδου. Το Άμνετ καταπιάνεται με πολλά και σημαντικά θέματα: ένα love story νομοτελειακό και απαραίτητο σαν οξυγόνo, την οδύνη της απώλειας ενός μικρού παιδιού, το πένθος ως συνέπεια της απομάκρυνσης δυο αγαπημένων ανθρώπων και αποκλεισμού του έρωτα με σκληρότητα και σιωπή, τη ζωτική σημασία της μοναξιάς ενώ ο χρόνος και ο σκοπός θρυμματίζονται, και, τέλος, την τέχνη ως μορφή δημιουργίας και κάθαρσης.

Η βραβευμένη με Όσκαρ Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας για τη Χώρα των Νομάδων Κινέζα δημιουργός πλαισιώνεται από έναν ιδανικό διευθυντή φωτογραφίας, τον Πολωνό Λούκας Ζαλ, και τον Βρετανο-γερμανό συνθέτη Μαξ Ρίχτερ, που φτιάχνει τη συγκινητική μουσική υπόκρουση. Είναι σπάνια η αρμονία του mood με τους χαρακτήρες. Ο θεατής υποβάλλεται στο μυστηριώδες σύμπαν της Άνιες και προσγειώνεται σε ένα σπιτικό με αγάπη και παιχνίδια: ανάμεσα στα άλλα, τα τρία παιδιά παίζουν Μακμπέθ στην αυλή, σαν προβαρισμένο σκετσάκι, για να κάνουν έκπληξη στη μητέρα τους. Καμία λεπτομέρεια δεν περισσεύει, και το κάστινγκ των ηθοποιών όλων των ηλικιών λειτουργεί γάργαρα. Η Ζάο φτιάχνει ένα αόρατο νήμα εσωτερικής συγγένειας, προσφέροντας κρίσιμους ρόλους σε δυο αληθινά αδέλφια: ο 12χρονος Τζάκομπι Τζουπ ερμηνεύει με αξιομνημόνευτη ενσυναίσθηση τον Άμνετ που θυσιάζεται για τη λατρεμένη του Τζούντιθ και κατεβαίνει στον Άδη για να στοιχειώσει τους γονείς του διά της απώλειας. Και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Νόα Τζουπ, παίζει το νέο αγόρι που υποδύεται τον Άμλετ στο πρώτο και δοκιμαστικό ανέβασμα του έργου, εκεί που η μητέρα του συνειδητοποιεί πως καμία ψυχή δεν χάνεται. Είναι λες και οι δεσμοί αίματος, η πραγματικότητα και η φαντασία να γίνονται ένα. Ο Πολ Μέσκαλ είναι ο Γουίλ πριν από τον Σαίξπηρ, και προτού ακόμη βουτήξει τη σπασμένη καρδιά του στις σκόρπιες σκέψεις του, ντροπαλός, ευαίσθητος, ηττημένος και ποιητικός. Το ακατέργαστο πετράδι στο στέμμα του Άμνετ είναι ωστόσο η Τζέσι Μπάκλεϊ. Αιθέρια και καθηλωτική, ένα αδάμαστο πλάσμα που όντως ανήκει στον κόσμο των πνευμάτων και στην αγκαλιά του δάσους, αφοσιώνεται στους ανθρώπους που καθορίζει, ανασαίνει δυνατά κάθε στιγμή της μεγαλώνοντας την οθόνη, και χτυπιέται σαν ανήμερο θεριό, βάναυσα και φοβιστικά, όταν η ατσάλινη θέλησή της παραλύει μπροστά στο πεπρωμένο. Στο φινάλε, εκεί που θα διακρίνετε τον συναισθηματισμό του Σπίλμπεργκ και του Σαμ Μέντες, που συνυπογράφουν ως παραγωγοί, η Μπάκλεϊ περνάει από το κενό στην ανάταση, σε μια μέθεξη θεάτρου και σινεμά, ονειρώδη επίλογο μιας αξέχαστης εμπειρίας – σαν να συντονιζόμαστε με τον σπόρο που φυτρώνει μετά την ανείπωτη τραγωδία.

Εκτός από την Μπάκλεϊ, που προβάλλει ως φαβορί για τον α’ γυναικείο ρόλο, τη χρονιά του Μια μάχη μετά την άλλη και του Sinners, το Άμνετ ίσως δεν έχει σοβαρές πιθανότητες στις σημαντικές κατηγορίες των Όσκαρ, παρά τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Δραματικής Ταινίας, ωστόσο δεν μοιάζει με τα ευγενή ιστορικά δράματα, τις παλιομοδίτικες βιογραφίες και τα σεπτά πορτρέτα που συνοδεύουν δοξασμένες προσωπικότητες – και δεν είναι καλή ταινία μόνο και μόνο επειδή θα σας κάνει να κλάψετε…

Πηγη: lifo.gr