Καταιγισμός αντιδράσεων απέναντι στο νομοσχέδιο για το νερό

Το νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ και την απορρόφηση από τις δύο μεγάλες εταιρείες των τοπικών φορέων ύδρευσης, το οποίο ψηφίζεται σήμερα στη Βουλή, έχει προκαλέσει καταιγισμό αντιδράσεων. Ιδιαίτερη ανησυχία στους ειδικούς προκαλεί η απορρόφηση δημοτικών φορέων από δύο ανώνυμες, εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες. Οι Δήμοι, η ΚΕΔΕ (Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος), περιβαλλοντικές οργανώσεις και πλήθος ειδικών επιστημόνων έχουν εκφράσει ισχυρές αντιρρήσεις τόσο για την γεωγραφική επέκταση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ όσο και για τις fast-track αναθέσεις έργων με επιχείρημα – ή πρόσχημα – τη λειψυδρία.

Το υπουργείο από την πλευρά του, όπως καταγγέλλουν οι δημοτικοί φορείς, έχει αγνοήσει τις αντιδράσεις αυτές, κατά την ούτως ή άλλως εξαιρετικά εσπευσμένη, εν μέσω καλοκαιριού και λίγο προτού κλείσει η Βουλή, προώθηση του νομοσχεδίου μέσα από τις απαραίτητες διαδικασίες.

Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, το νομοσχέδιο αποτελεί τμήμα της συνολικής μεταρρύθμισης για το νερό που προωθεί η κυβέρνηση και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την πρώτη «Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα», καθώς και ένα ευρύτατο πλέγμα 103 κρίσιμων έργων υποδομής σε 63 Δήμους σε ολόκληρη τη χώρα, αξίας 142 εκατ. ευρώ (όπως έργα αφαλατώσεων, επισκευής και αναβάθμισης παλαιών δικτύων, κατασκευής νέων δικτύων κ.ά.), που έχουν υλοποιηθεί τους τελευταίους 10 μήνες ή έχουν δρομολογηθεί για το αμέσως επόμενο διάστημα.

Η μεταρρύθμιση συνοδεύεται από την οριστική διευθέτηση των χρεών των απορροφούμενων ΔΕΥΑ (Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Άρδευσης) προς τους παρόχους υπηρεσιών ενέργειας, ύψους 200 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία νομοθετήθηκε πρόσφατα.

Κεντρικός άξονας του νομοσχεδίου είναι η συνένωση 68 παρόχων υπηρεσιών ύδατος με την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ.

Η ΕΥΔΑΠ θα απορροφήσει συνολικά 43 φορείς ύδρευσης σε Αττική, Βοιωτία, Φωκίδα και Εύβοια, ενώ η ΕΥΑΘ 25 φορείς της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής. Η περιουσία των σημερινών παρόχων θα περάσει στην ΕΥΔΑΠ και στην ΕΥΑΘ. Στο νομοσχέδιο καθορίζονται τα βήματα της διαδοχής εντός διαστήματος 12 μηνών. Παράλληλα, ανατίθεται για πρώτη φορά στην ΕΥΔΑΠ και η ευθύνη της άρδευσης.

Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, το νομοσχέδιο έρχεται να θέσει τις βάσεις για την αναμόρφωση του χάρτη ύδρευσης της χώρας, αφού η πολιτική ηγεσία έχει προαναγγείλει ότι η συγκέντρωση 68 δημοτικών υπηρεσιών και ΔΕΥΑ σε δύο μεγάλες εταιρείες αποτελεί πιλότο για το μέλλον.

 

Στο σκεπτικό της συνένωσης αναφέρεται ότι αξιοποιείται η τεχνογνωσία της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, σε συνδυασμό με τη γνώση που διαθέτουν οι τοπικοί φορείς για τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Η συνένωση αυτή φιλοδοξεί να συνδυάσει την εμπειρία μεγάλων οργανισμών με την τοπική γνώση, δημιουργώντας ένα πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό μοντέλο διοίκησης.

Κατά την αιτιολογική έκθεση του ΥΠΕΝ, επιδιώκεται η αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών που δημιουργεί το σημερινό κατακερματισμένο τοπίο, με πάνω από 735 φορείς ύδρευσης και αποχέτευσης σε όλη τη χώρα, αλλά και με μεγάλες ελλείψεις και προβλήματα σε δίκτυα και υποδομές.

Το υπουργείο υποστηρίζει πως μέσα από μεγαλύτερους φορείς,  δημιουργούνται προϋποθέσεις για οικονομίες κλίμακας, ευελιξία στις προσλήψεις, καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και αποτελεσματικότερη λειτουργία των υπηρεσιών.

Όμως, ο αποκλεισμός της ΚΕΔΕ και της ΕΔΕΥΑ (Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Άρδευσης) από τη διαδικασία ακρόασης των φορέων κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, αν και αμφότεροι οι φορείς βρίσκονται στον πυρήνα των διατάξεων, δημιούργησε πολύ αρνητικό κλίμα, ενώ οι δήμαρχοι έχουν ήδη προειδοποιήσει ότι θα προσφύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Πάλι σύμφωνα με το υπουργείο, η ΡΑΑΕΥ (Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων) θα αναλάβει την εποπτεία των παρόχων και τον έλεγχο των κανόνων τιμολόγησης, οι οποίοι περιλαμβάνουν κλιμακωτές χρεώσεις και ειδικά τιμολόγια για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Το εντυπωσιακό, όμως, είναι πως ούτε η ΡΑΑΕΥ συμμετείχε στη διαβούλευση.

Απουσία διαβούλευσης καταγγέλλουν ΚΕΔΕ και ΕΔΕΥΑ

Ένα από τα πιο προβληματικά σημεία του νομοσχεδίου είναι η απουσία οικονομοτεχνικής μελέτης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, την ΚΕΔΕ και την ΕΔΕΥΑ για τη βιωσιμότητα της συγχώνευσης των ΔΕΥΑ με τις ΕΥΔΑΠ-ΕΥΑΘ.

«Το σχέδιο τίθεται σε διαβούλευση με μεγάλη καθυστέρηση, μέσα στη θερινή περίοδο, χωρίς να αποσαφηνίζεται επαρκώς από το ίδιο το κείμενο ποια ομάδα το συνέταξε, με ποια μεθοδολογία, με ποιες πηγές δεδομένων και με ποια διαδικασία συμμετοχής των εμπλεκόμενων φορέων» τονίζει μιλώντας στο in ο καθηγητής υδρογεωλογίας στο ΑΠΘ, Κωνσταντίνος Βουδούρης.

Η αδυναμία αυτή δεν είναι, όπως τονίζει ο κ. Βουδούρης, μια τυπική λεπτομέρεια.

«Μια Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα η οποία θα επηρεάσει τη διαχείριση του σημαντικότερου φυσικού πόρου της χώρας για τα επόμενα χρόνια, οφείλει να στηρίζεται σε πλήρη διαφάνεια, επιστημονική τεκμηρίωση, σαφείς πηγές δεδομένων, συμμετοχή των φορέων εφαρμογής και δημόσια λογοδοσία ως προς τον τρόπο εκπόνησής της» σχολιάζει ο  κ. Βουδούρης.

Προβληματικό είναι κατά τον ίδιο και το γεγονός πως το νομοσχέδιο τέθηκε σε χωριστή διαβούλευση, η οποία ολοκληρωνόταν πριν από τη διαβούλευση της ίδιας της Εθνικής Στρατηγικής.

Με αυτόν τον τρόπο, το ειδικό νομοθετικό μέτρο προωθήθηκε πριν ολοκληρωθεί η συζήτηση για το γενικό στρατηγικό πλαίσιο που υποτίθεται ότι το θεμελιώνει. «Η διαδικασία αυτή αποδυναμώνει την ουσία της διαβούλευσης και δημιουργεί εύλογο ζήτημα προειλημμένων αποφάσεων» σημειώνει.

Ο πρόεδρος της ΕΔΕΥΑ και Δήμαρχος Ρεθύμνης Γιώργος Μαρινάκης τόνισε με τη σειρά του, μιλώντας στο in, πως η πρόσφατη ψήφιση του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης φάνηκε ότι έδωσε τη λύση, κατοχυρώνοντας τις εθελοντικές συγχωνεύσεις δημοτικών υπηρεσιών και ΔΕΥΑ.

«Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι του νέου κώδικα τοπικής αυτοδιοίκησης, στον οποίο συμπεριλήφθηκε και ένα θεσμικό πλαίσιο εξυγίανσης και βιώσιμης λειτουργίας και ήρθε το ΥΠΕΝ πίσω από την πλάτη όλων μας και έφερε τις αναγκαστικές απορροφήσεις σε ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ» τόνισε ο κ. Μαρινάκης.

Δημόσια περιουσία στο Χρηματιστήριο

Η υποχρεωτική επέκταση της ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ σε όμορες περιοχές χωρίς τη συμφωνία των τοπικών κοινωνιών που πλήρωσαν και επένδυσαν για τις υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης είναι αντισυνταγματική αλλά και επιχειρησιακά προβληματική, κατά τον κ. Βουδούρη.

«Μεταφέρεται περιουσία από τις ΔΕΥΑ: υποδομές, δίκτυα, κτήρια, γεωτρήσεις, αντλιοστάσια, που είναι θεσμικά κατοχυρωμένη ως δημοτική περιουσία, προς την ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ που έχουν τη νομική μορφή των Ανώνυμων Εταιρειών» επισημαίνει. «Δίκτυα που δημιουργήθηκαν διαχρονικά με δημόσιους πόρους, δημοτικά τέλη, εθνική και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και μέχρι σήμερα τα διαχειρίζονταν οι ΔΕΥΑ και οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων. Τώρα μεταφέρονται στην ευθύνη δύο εισηγμένων ανωνύμων εταιρειών».

Κατακερματισμός ευθυνών στα όμβρια ύδατα

Η Πρωτοβουλία για τη «Διασφάλιση της Δημόσιας Διαχείρισης του Νερού» στην τοποθέτησή της αναδεικνύει και άλλο ένα θέμα, από τα πολλά, του νομοσχεδίου: την πρόβλεψη για μεταφορά της διαχείρισης των δικτύων ομβρίων στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ.

Αυτή η μεταφορά, θα δημιουργήσει έναν επικίνδυνο κατακερματισμό ευθυνών ειδικά σε μια εποχή όπου τα πλημμυρικά φαινόμενα χτυπούν ολοένα και συχνότερα λόγω κλιματικής αλλαγής. Την ίδια βέβαια στιγμή, ο καθαρισμός των φρεατίων μένει στους Δήμους. Η διάκριση αυτή μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο πεδίο μετακύλισης ευθυνών.

«Σε ένα πλημμυρικό επεισόδιο ποιος θα ευθύνεται: για το φραγμένο φρεάτιο; για την ανεπαρκή συντήρηση του αγωγού; για τη χαμηλή παροχετευτικότητα; για την καθυστέρηση ενός έργου επέκτασης; για τον επιχειρησιακό συντονισμό; για την αποζημίωση των πληγέντων;» σημειώνουν τα μέλη της Πρωτοβουλίας.

Όπως προσθέτουν: «Η αντιπλημμυρική προστασία δεν μπορεί να τεμαχίζεται μεταξύ εταιρειών, δήμων, περιφερειών και υπουργείων χωρίς απολύτως σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων. Απαιτούνται: ενιαίο επιχειρησιακό πρωτόκολλο, κοινό πληροφοριακό σύστημα, σαφής χρηματοδότηση, προσδιορισμός της ευθύνης κάθε φορέα, κοινά σχέδια συντήρησης και επέμβασης,  μόνιμος μηχανισμός συντονισμού».

Λύση είναι η ενίσχυση των δημοτικών φορέων

Σύμφωνα με τον κ. Βουδούρη, το νομοσχέδιο είναι γενικόλογο: «Από τη μία, καταγράφεται η κακή κατάσταση των υδάτων στη χώρα μας και η οποία αποδίδεται σε κακές πολιτικές του παρελθόντος, όμως δεν προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα για να αρθούν αυτές οι παθογένειες».

Ο κ. Βουδούρης δίνει δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Στο σχέδιο εντοπίζεται η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού: υδρογεωλόγοι, γεωπόνοι, υδραυλικοί μηχανικοί, δασολόγοι, περιβαλλοντολόγοι, κ.ά. στις αρμόδιες υπηρεσίες. Παρόλα αυτά, δεν σχεδιάζεται κάποιος διαγωνισμός για την πρόσληψη επιστημόνων. Αναγνωρίζονται κενά στελέχωσης, αδυναμίες τεχνικής υποστήριξης και περιορισμένη επιχειρησιακή ικανότητα. Η απάντηση σε αυτά δεν μπορεί να είναι το outsourcing και οι εργολαβίες. Χρειάζεται οργανωμένο πρόγραμμα προσλήψεων μόνιμου επιστημονικού, τεχνικού, διοικητικού και εργατοτεχνικού προσωπικού σε ΔΕΥΑ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, Περιφέρειες, Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και ελεγκτικούς μηχανισμούς. Πριν τεθεί οποιοδήποτε σενάριο οριζόντιας αναδιοργάνωσης, πρέπει να υπάρξει δεσμευτικό σχέδιο ενίσχυσης της διοικητικής, τεχνικής και επιστημονικής ικανότητας των φορέων, με προσωπικό, τεχνική βοήθεια, χρηματοδότηση, δείκτες απόδοσης και αξιόπιστα δεδομένα».

Επίσης, στο σχέδιο δεν αναφέρεται ότι πολλά έργα (εγγειοβελτιωτικά, αντιπλημμυρικά, φράγματα) απεντάχθηκαν από τη χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ.

Έτσι, πολλά κρίσιμα έργα όπως φράγματα, αρδευτικά δίκτυα, κ.ά. για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και των πλημμυρών παραμένουν ημιτελή και άλλα σε επίπεδο μελέτης. «Τι θα συμβεί με αυτά;» αναρωτιέται ο κ. Βουδούρης.

Άλλο ένα επιχείρημα για την απορρόφηση των ΔΕΥΑ από τις ΕΥΔΑΠ/ΕΥΑΘ είναι οι μεγάλες απώλειες νερού στα δίκτυα.

Όπως όμως εξηγεί ο κ. Βουδούρης, αυτό είναι συνέπεια παλαιότητας υποδομών, ελλιπούς συντήρησης, υποστελέχωσης και ανεπαρκών επενδύσεων. «Η αντικατάσταση αγωγών, η τηλεμετρία, ο εντοπισμός διαρροών, η συντήρηση δικτύων και ο εκσυγχρονισμός εγκαταστάσεων πρέπει να χρηματοδοτηθούν από δημόσιους, εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους» σημειώνει ο καθηγητής.

Όσον αφορά τον κατακερματισμό της ενιαίας διαχείρισης λόγω των πολλών ΔΕΥΑ, που επικαλείται το ΥΠΕΝ, ο κ. Βουδούρης σχολιάζει: «Το πρόβλημα υπάρχει, αλλά δεν αρκεί ως γενική διαπίστωση για να δικαιολογήσει αναγκαστικές απορροφήσεις ή λίγες μεγάλες εταιρικές δομές απομακρυσμένες από τις τοπικές κοινωνίες. Πριν από οποιαδήποτε αναδιοργάνωση απαιτείται πλήρης αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης, οικονομοτεχνική τεκμηρίωση, αξιολόγηση των πραγματικών αιτιών των προβλημάτων και συμμετοχή των ίδιων των φορέων».

»Τα προβλήματα των ΔΕΥΑ δεν προέκυψαν γενικά από την ύπαρξή τους. Συνδέονται με την ανάληψη εκτεταμένων και συχνά αχαρτογράφητων περιοχών χωρίς αντίστοιχους πόρους, με τις απαγορεύσεις προσλήψεων και με την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους. Η λύση βρίσκεται στην ενίσχυση της ικανότητας των δημόσιων και δημοτικών φορέων, όχι στην απομάκρυνση της διαχείρισης από τους πολίτες».

Πώς θα προστατευόμαστε από τις αυξήσεις στους λογαριασμούς;

Το κομβικό ερώτημα για τον κ. Βουδούρη είναι το εξής: υπάρχουν εγγυήσεις ότι οι αναγκαίες επενδύσεις, το κόστος λειτουργίας και το κόστος της μεταρρύθμισης δεν θα επιβαρύνουν δυσανάλογα τους καταναλωτές;

«Πώς εξασφαλίζεται η πρόσβαση των πολιτών σε καθαρό, επαρκές και σε προσιτή τιμή νερό (Στόχος 6 της Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ) με το κέρδος των μετόχων των Ανώνυμων Εταιρειών;» θέτει το καυτό ερώτημα ο κ. Βουδούρης.

Είναι απαραίτητο κατά τον ίδιο, η Εθνική Στρατηγική να περιλαμβάνει ρητή και δεσμευτική πρόβλεψη ότι το νερό και οι υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης παραμένουν υπό δημόσια, δημοτική ή κοινωνικά ελεγχόμενη διαχείριση.

Και ενώ η οικονομική βιωσιμότητα των υπηρεσιών ύδατος είναι αναγκαία, αυτή δεν πρέπει να προκαλέσει οριζόντιες αυξήσεις στους λογαριασμούς.

Όπως εξηγεί ο κ. Βουδούρης, η πλήρης ανάκτηση κόστους, αν εφαρμοστεί μηχανιστικά, μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα τα νοικοκυριά, τις περιοχές με χαμηλή φοροδοτική ικανότητα, τις νησιωτικές περιοχές και τους δήμους με έντονη εποχική πίεση λόγω τουρισμού.

Η βασική ανθρώπινη κατανάλωση νερού πρέπει να προστατεύεται με χαμηλή και προσιτή τιμή. Αντίθετα, υψηλότερες χρεώσεις πρέπει να κατευθύνονται στην υπερκατανάλωση, στη σπατάλη, στις μεγάλες εμπορικές χρήσεις, στην ανεξέλεγκτη τουριστική πίεση και στη μη ορθολογική άρδευση.

«Απαιτείται σαφές μεταβατικό πλαίσιο, κοινωνικό τιμολόγιο και ειδική πρόβλεψη για υποδομές που κατασκευάζονται για την αιχμή λίγων μηνών αλλά επιβαρύνουν οικονομικά τον φορέα όλο τον χρόνο» εξηγεί ο κ. Βουδούρης.

Όχι αύξηση χρεώσεων στους αγρότες, χωρίς σχέδιο

Δημόσιες επενδύσεις, προσλήψεις αναγκαίου μόνιμου προσωπικού, ενίσχυση των ΔΕΥΑ, της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, πραγματική λογοδοσία, προστασία του υδατικού πόρου και δίκαιη τιμολογιακή πολιτική: αυτό είναι το βασικό πλέγμα των δράσεων και μέτρων που πρέπει να προωθήσει η πολιτεία σύμφωνα με τον κ. Βουδούρη.

Επιγραμματικά, σύμφωνα με τον καθηγητή, πρέπει να εφαρμοστούν τα παρακάτω αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για μια Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα με όρους βιωσιμότητας:

  • Μόνιμο προσωπικό, τεχνική επάρκεια και ενίσχυση ικανότητας πριν από κάθε αναδιάρθρωση.
  • Διαχείριση του νερού σε επίπεδο λεκάνης απορροής, με βάση τη φυσική ενότητα του υδατικού συστήματος και όχι αποσπασματικά, με διοικητικά, δημοτικά ή εταιρικά όρια.
  • Ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτων η οποία πρέπει να συνδέει την ύδρευση, την άρδευση, την αποχέτευση, την αντιπλημμυρική προστασία, την προστασία των οικοσυστημάτων, τις χρήσεις γης, τη γεωργία, τον τουρισμό, τη βιομηχανία και την κλιματική προσαρμογή. Αποφάσεις για νέα έργα, τουριστική επέκταση, αρδευτικές καλλιέργειες ή βιομηχανικές χρήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την πραγματική φέρουσα ικανότητα κάθε λεκάνης απορροής.
  • Πλήρης καταγραφή γεωτρήσεων, έλεγχος αντλήσεων, αλλαγή αρδευτικών πρακτικών, στήριξη συλλογικών δημόσιων υποδομών άρδευσης και μετάβαση σε καλλιέργειες συμβατές με τη φέρουσα ικανότητα κάθε περιοχής.

«Η λύση δεν μπορεί να είναι απλώς η αύξηση χρεώσεων στους αγρότες χωρίς σχέδιο, χρηματοδότηση και τεχνική υποστήριξη» σημειώνει ο κ. Βουδούρης.

  • Δημιουργία ενιαίας δημόσιας πλατφόρμας ανοιχτών δεδομένων για όλους τους φορείς ύδατος. «Η ψηφιοποίηση είναι αναγκαία, αλλά δεν πρέπει να γίνει τεχνοκρατικό «μαύρο κουτί». Τα δεδομένα για ποσότητα, ποιότητα, απώλειες, διαρροές, γεωτρήσεις, έργα, τιμολόγια, ρύπανση και κατανάλωση πρέπει να είναι δημόσια, προσβάσιμα και ελέγξιμα» τονίζει ο κ. Βουδούρης.

Η λειψυδρία δεν αντιμετωπίζεται με διαδικασίες fast track

Ο Γιάννης Μυλόπουλος, Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής και πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, εξέφρασε επίσης στο in μια σειρά επιχειρημάτων γιατί το νομοσχέδιο αλλά και συνολικά η Εθνική Στρατηγική για τα ύδατα είναι στη λάθος κατεύθυνση.

Καταρχάς, κατά τον κ. Μυλόπουλο, η λειψυδρία δεν είναι έκτακτο φαινόμενο και πολύ περισσότερο δεν είναι θεομηνία για να αντιμετωπίζεται με την ανάθεση μεγάλων έργων με διαδικασίες fast track, κατά παρέκκλιση των αρχών διαχείρισης του δημόσιου χρήματος με όρους διαφάνειας και νομιμότητας.

«Τα σχέδια διαχείρισης υδάτων του 2024 δεν περιγράφουν τέτοια φαραωνικά έργα τα οποία ξαφνικά περιγράφει το νομοσχέδιο αυτό» σχολιάζει ο κ. Μυλόπουλος.

«Ποιο είναι το μεγάλο πρόβλημα που προκαλεί η λειψυδρία στην Ελλάδα;» αναρωτιέται ο κ. Μυλόπουλος . Για να απαντήσει: «Είναι ο αγροτικός τομέας, η κατανάλωση νερού στον αγροτικό τομέα. Το 85% του νερού που καταναλώνεται στην Ελλάδα, καταναλώνεται στον αγροτικό τομέα».

»Αντί λοιπόν η μεταρρύθμιση για το νερό να αφορά κατά προτεραιότητα, την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και στον εκσυγχρονισμό των υδραυλικών έργων και των αρδευτικών δικτύων στη γεωργία, με κεντρικό σκοπό την εξοικονόμηση νερού εκεί όπου αυτό σπαταλιέται σε συντριπτικά μεγαλύτερο βαθμό από τους υπόλοιπους τομείς, αντίθετα, η μεταρρύθμιση εστιάζει στον τομέα της ύδρευσης.

Μια ματιά στην ισχνή κατανομή των 36 δις του Ταμείου Ανάκαμψης σε εγγειοβελτιωτικά έργα και σε εκσυγχρονισμό αρδευτικών δικτύων, εκεί δηλαδή που έχουμε μεγάλη σπατάλη νερού, είναι αρκετή για να γίνει αντιληπτό ότι αλλού είναι το πραγματικό πρόβλημα και αλλού στρέφεται το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης».

«Πού εμφανίζεται η λειψυδρία;» θέτει ένα τρίτο ερώτημα ο κ. Μυλόπουλος.

Απαντά: «Εμφανίζεται στις νησιωτικές περιοχές και στις παραλίες τα καλοκαίρια ως αποτέλεσμα της εκτόξευσης του πληθυσμού λόγω τουρισμού. Όμως, η μεταρρύθμιση για το νερό δεν ασχολείται καθόλου με τη βασική αιτία αυτής της παθογένειας. Δεν ασχολείται δηλαδή με την υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας των νησιών και των παράκτιων οικοσυστημάτων λόγω υπερτουρισμού.

«Καμία αναφορά σε περιορισμό της τουριστικής ανάπτυξης, καμία αναφορά σε περιορισμό των νέων ξενοδοχειακών μονάδων με τις πισίνες, ώστε ο τουρισμός να γίνει συμβατός με τα υδατικά αποθέματα των νησιών και των παράκτιων περιοχών».

Ο κ. Μυλόπουλος σχολίασε και το έργο του Εύρυτου, το οποίο ανακοινώθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2025 από τον Πρωθυπουργό και την ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατά την εκδήλωση για τα 100 χρόνια της ΕΥΔΑΠ. Το έργο προβλέπει τη μερική εκτροπή δύο ποταμών της Ευρυτανίας, του Καρπενησιώτη και του Κρικελιώτη.

Το αρχικό κόστος είχε εκτιμηθεί στα 535–550 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, ο προϋπολογισμός αναπροσαρμόστηκε πρόσφατα στα 750 εκατ. ευρώ λόγω των διευρυμένων αναγκών υλοποίησης.

Με το επιχείρημα της λειψυδρίας, το πολύ μεγάλο και ακριβό αυτό έργο θα γίνει με fast track διαδικασίες και απευθείας ανάθεση.

«Το ενδιαφέρον της μεταρρύθμισης στρέφεται σε φαραωνικά έργα εκτροπής όσων ποταμών έχουν μείνει ακόμα άθικτοι» σχολιάζει οκ. Μυλόπουλος.

Με τη σειρά της η Θεοδότα Νάντσου, επικεφαλής πολιτικής στο WWF Eλλάς, σημειώνει τα εξής μιλώντας στο in για τον «Εύρυτο»: «Στο άρθρο 35 του νομοσχεδίου υπάρχει η ιδιαίτερα ανησυχητική απόπειρα νομοθετικής προέγκρισης της εκτροπής των ποταμών Κρικελοπόταμου και Καρπενησιώτη προς την Αττική, χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική τεκμηρίωση και τις προβλεπόμενες διαδικασίες του ενωσιακού δικαίου.

»Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα, γιατί δεν έχει εμφανιστεί στα νομίμως προβλεπόμενα σχέδια διαχείρισης υδάτων (που μόλις το 2024 εγκρίθηκαν) και από πού προκύπτει η απόφαση ότι η εκτροπή ποταμών είναι η καλύτερη μέθοδος ύδρευσης, όταν ακόμα δεν έχει εφαρμοστεί τίποτα για σωστή διαχείριση του νερού (όπως πχ η επαναχρησιμοποίηση του επεξεργασμένου νερού και η εξοικονόμηση); Ζητούμε την απόσυρσή του και μια εθνική πολιτική υδάτων που θα βασίζεται στην προστασία οικοσυστημάτων, την εξοικονόμηση και την ορθή διαχείριση του νερού».

Σημειώνεται πως με fast track διαδικασίες και απευθείας αναθέσεις, πάντα με το επιχείρημα της λειψυδρίας, τρέχουν αυτή τη στιγμή και δεκάδες έργα μονάδων αφαλάτωσης στα ελληνικά νησιά.

Το… κυνήγι των αφαλατώσεων δεν είναι τυχαίο. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει ανακοινώσει πρόσκληση ύψους 18 εκατ. ευρώ για 25 έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας σε 19 Δήμους, με έμφαση στις μονάδες αφαλάτωσης.

Το 2024 και το 2025 εκδόθηκαν 37 άδειες προσωρινών αφαλατώσεων σε συνεργασία του ΥΠΕΝ με τη Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής.

Τέλος, ο κ. Μυλόπουλος κάνει και ένα αιχμηρό σχόλιο για τον εξοβελισμό της τοπικής αυτοδιοίκησης από τη διαβούλευση αυτού του τόσο σημαντικού θέματος:

«Αντί το κράτος να αναβαθμίσει την αυτοδιοίκηση και να την ενισχύσει, πηγαίνει απέναντί της. Αυτό είναι τραγικό λάθος και όχι επειδή είναι το θέμα του νερού, σε όποιο θέμα και αν υπήρχε, η σύγκρουση κράτους με τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένα θανάσιμο σφάλμα. Στο τέλος δεν θα γίνει παραγωγικό έργο, θα χαθεί χρόνος πολύς και πολύτιμος σε δικαστικές διαμάχες, ενώ έπρεπε η λύση να είναι η συμφωνία και η συναίνεση».

Και καταλήγει ο κ. Μυλόπουλoς: «Με άλλα λόγια, αλλού χτυπάει η καρδιά του προβλήματος της λειψυδρίας στην Ελλάδα και αλλού στρέφει το ενδιαφέρον της η ονομαζόμενη μεταρρύθμιση για το νερό».

Πηγή: In.gr