Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2026, 20:09

Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος: Ο Θεός ξέρει τι κάνει

Κρυφοί και φανεροί φόβοι

Στις 28 Ιανουαρίου 2008 εκοιμήθη στην Αθήνα ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός Χριστόδουλος, ισχυρή και αμφιλεγόμενη εκκλησιαστική προσωπικότητα, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος κυρός Χριστόδουλος (κατά κόσμον Χρήστος Παρασκευαΐδης) είχε γεννηθεί στην Ξάνθη στις 17 Ιανουαρίου 1939.

Κατά κοινή παραδοχή, ο μητροπολίτης Δημητριάδος (1974-1998) και μετέπειτα Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίθηκε για την ευθύτητα των λόγων του, το θάρρος και την καθαρότητα στην έκφραση των απόψεών του, γεγονός που προκαλούσε αντιφατικές κρίσεις και αντικρουόμενα συναισθήματα.

Μία από τις φωνές που εναντιώνονταν στις θέσεις του Χριστόδουλου, θέσεις που σαφώς δεν περιορίζονταν μόνο στα καθαυτό εκκλησιαστικά ζητήματα, ήταν εκείνη του Θεόδωρου Λιανού, νυν ομότιμου καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και συγγραφέα.

 

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 16.7.2000, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Σε άρθρο του που έφερε τον τίτλο «Ο οπαδός της Εκκλησίας» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 16 Ιουλίου 2000, ο Λιανός έγραφε τα ακόλουθα για τον Χριστόδουλο και τα όσα εκείνος πρέσβευε:

 

Η ωραιότερη ημέρα της εβδομάδας είναι η Κυριακή, η του Κυρίου. Η ωραιότερη ώρα της Κυριακής είναι η δεκάτη πρωινή, η του καφέ. Τέτοια ώρα διάλεξε να μου τηλεφωνήσει καλός φίλος, που είναι καλός χριστιανός και, υπό μία έννοια, άνθρωπος της Εκκλησίας, για να μου μιλήσει για το «ωραίο και χιουμοριστικό», όπως είπε, άρθρο μου στο «Βήμα» με τίτλο «Ο οπαδός του Χριστόδουλου». Προτού προλάβω να διαμαρτυρηθώ ως προς το «χιουμοριστικό», διότι συμφωνώ μαζί του ότι ωραίο, πράγματι, ήταν, ο φίλος μου αρχίζει μια συζήτηση με εισαγωγική φράση την ακόλουθη:

Ο Θεόδωρος Λιανός

«Επιτέλους πρέπει όλοι να καταλάβετε ότι άλλο ο κύριος Χριστόδουλος και το ιερατείο και άλλο η Εκκλησία του Χριστού…» Αυτό μου φάνηκε λογικό μεν, αιρετικό δε. Διότι είναι αντίθετο προς την υπό του Αρχιεπισκόπου διακήρυξη: «Έχω εντολή παρά τω Θεώ να πορεύομαι μπροστά και εσείς να ακολουθείτε τον ποιμένα σας». Μόλις τόλμησα να εκφράσω τη σκέψη μου, απάντησε κοφτά: «Καλύτερα αιρετικός παρά παράφρων» και συνέχισε: «Αν το σκεφτείς λογικά, ο κ. Χριστόδουλος επιχειρεί τρία πράγματα ταυτόχρονα: πρώτον, να εμφανιστεί ως νέος Μωυσής, που έχει απευθείας επικοινωνία με τον Θεό, δεύτερον, ως πάπας διότι δεν μπορεί να κάνει λάθη, εφόσον έχει εντολή από τον Θεό, και, τρίτον, να ταυτίσει τον εαυτό του με την Εκκλησία όχι μόνο του παρόντος αλλά και του παρελθόντος (δι’ ο και το λάβαρο της Αγίας Λαύρας) και του μέλλοντος».

Στο σημείο αυτό διαφώνησα υποστηρίζοντας ότι όλα δείχνουν ότι ο κ. Χριστόδουλος ενδιαφέρεται για κοσμική εξουσία, όχι για εκκλησιαστική, την οποία ήδη έχει, ούτε για θρησκευτική, την οποία δεν μπορεί να έχει. Μόνο βλάκα δεν με είπε ο καλός μου φίλος και μου εξήγησε ότι ο κ. Χριστόδουλος θέλει την εκκλησιαστική εξουσία και κυρίως το εκκλησίασμα των ανυποψίαστων και αγαθών ανθρώπων διότι δεν έχει άλλη βάση επί της οποίας θα μπορούσε να στηριχθεί για να επιδιώξει τις άλλες φιλοδοξίες του, τις οποίες κάποια στιγμή θα αποκαλύψει αν οι συνθήκες τον ευνοούν. «Ο Θεός να με συγχωρήσει», κατέληξε ο φίλος μου έπειτα από αρκετή συζήτηση και ανάλυση, «αλλά έχω έναν κρυφό φόβο. Αυτός ο άνθρωπος θα φέρει δεινά στην Εκκλησία μας». Εγώ δεν έχω κανέναν κρυφό φόβο, μόνο φανερό. Διότι ο κ. Χριστόδουλος έχει ήδη προκαλέσει αρκετή ζημιά στην ελληνική κοινωνία με τους σκοπίμως ασυνάρτητους και σκοπίμως διχαστικούς λόγους του, ακόμη και με τις φαιδρότητές του, όπως ότι πρέπει να φιλάμε το χέρι των παπάδων και φυσικά το δικό του σε ένδειξη υποταγής και σεβασμού. Αυτό το τελευταίο μού φέρνει στον νου την πρώτη φορά που δεν φίλησα χέρι παπά. Ήταν ένα καλοκαιρινό απόγευμα που όλοι οι πιτσιρίκοι μιας φτωχιάς γειτονιάς του Χαλανδρίου παίζαμε ευτυχισμένοι στον χωματόδρομο όταν ένας παπάς εμφανίζεται και τρέχουμε όλοι να του φιλήσουμε το χέρι. Όλοι πλην εμού. Η μάνα μου, που μαζί με τις άλλες μανάδες παρακολουθεί τη σκηνή, με φωνάζει και μου λέει: «Γιατί δεν φίλησες του παπά το χέρι;» «Μύριζε κρασί» τολμώ να πω. «Και το κρασί του Θεού είναι» μου λέει η μάνα μου και μου αστράφτει μια σφαλιάρα. Από τότε μίσησα προσωρινά τους παπάδες, αλλά αγάπησα μονίμως το κρασί.

Εξαιτίας του φίλου μου ή μάλλον του κ. Χριστόδουλου έχασα την ιερή ώρα του κυριακάτικου καφέ και δυστυχώς ο χρόνος δεν αναπληρώνεται. Έβγαλα όμως ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα, το εξής: Υπάρχουν άνθρωποι τόσο εντός των κόλπων της Εκκλησίας όσο και εκτός που θεωρούν τον κ. Χριστόδουλο επικίνδυνο τόσο για την Εκκλησία, της οποίας προΐσταται, όσο και για την Πολιτεία, εντός της οποίας ζει.

Όμως ο Θεός ξέρει τι κάνει. Όση φιλοδοξία έδωσε στον κ. Χριστόδουλο τόση σωφροσύνη τού πήρε. Με αφορμή ένα ζήτημα, αυτό των ταυτοτήτων, που δεν είναι καν θρησκευτικό, ο κ. Χριστόδουλος κατάφερε να δημιουργήσει παντού εχθρούς, να χρησιμοποιήσει όλα τα όπλα που είχε στη διάθεσή του πρόωρα και άσκοπα, να προκαλέσει διχασμό μέσα στην ίδια την Εκκλησία, την οποία υποτίθεται ότι προστατεύει, και τελικά να αμαυρώσει την εικόνα της ελληνικής Εκκλησίας. Μπορεί ένας αρχιεπίσκοπος να αμαυρώσει την εικόνα της Εκκλησίας; Στα απομνημονεύματά του (σελ. 114, εκδ. Ολκός) ο Βολταίρος γράφει: «Μεγάλη αλήθεια, πως ένας ανόητος αρκεί να αμαυρώσει ένα έθνος». Γιατί όχι ένας αρχιεπίσκοπος την Εκκλησία του;

Πηγη: in.gr